Λεμφοίδημα

Λεμφοίδημα

Το Λεμφικό Σύστημα

Το λεμφικό σύστημα αποτελεί κομμάτι του αμυντικού μας συστήματος (ανοσοποιητικό). Είναι ένα ξεχωριστό δίκτυο αγγείων που συμπορεύεται και αλληλεπιδρά με το αρτηριακό και το φλεβικό δίκτυο. Κουβαλά το υγρό που συσσωρεύεται στον μεσοκυττάριο χώρο και αφού το καθαρίσει από τους παθογόνους μικροοργανισμούς, το οδηγεί προς την φλεβική κυκλοφορία.

Οι 2 κυριότερες λειτουργίες του είναι:

  • Η διατήρηση της ισορροπίας των υγρών του σώματος
  • Η συμβολή του στην άμυνα του οργανισμού

Δομικά απαρτίζεται από τα λεμφοκύτταρα (Β και Τ – λεμφοκύτταρα), τα λεμφαγγεία και τα λεμφικά όργανα (θύμος αδένας, σπλήνας, μυελό των οστών, αμυγδαλές). Εκτός από την επιδερμίδα, το αδενικό επιθήλιο, τον μυελό των οστών, τον εγκέφαλο (Κ.Ν.Σ), τον χόνδρο, τα νύχια, τον φακό και το υαλοειδές σώμα του ματιού, όλες οι υπόλοιπες δομές του σώματος και οι ιστοί περιέχουν λεμφαγγεία. Η πορεία του λεμφικού υγρού μέσα στο λεμφικό δίκτυο περιγράφεται στη συνέχεια.

Αρχικά, το υγρό που συσσωρεύεται στο διάμεσο χώρο μπαίνει στο λεμφικό δίκτυο από τα αρχικά λεμφαγγεία, τα λεμφικά τριχοειδή, και μετονομάζεται σε λέμφος. Από τα λεμφικά τριχοειδή η λέμφος πηγαίνει στους προσυλλέκτες και από εκεί στους συλλέκτες, τα αγγεία συλλογής όπου με ειδικές βαλβίδες κατευθύνουν το λεμφικό υγρό προς τους λεμφαδένες. Στη συνέχεια, οι λεμφαδένες σαν ‘’σκούπες’’ καθαρίζουν το λεμφικό υγρό από τις άχρηστες και επιβλαβείς ουσίες του οργανισμού. Το υγρό πλέον καθαρό πορεύεται προς τα λεμφικά στελέχη όπως είναι ο μείζων θωρακικός πόρος για να εισέλθει από εκεί μέσω των φλεβικών τριχοειδών στη φλεβική κυκλοφορία.

 

Τι είναι το Λεμφοίδημα;

Το λεμφοίδημα είναι το οίδημα (υγρό) που αναπτύσσεται σε μία ή και παραπάνω περιοχές του σώματος λόγω διαταραχής του λεμφικού συστήματος. Εμφανίζεται κυρίως στα άνω άκρα και λιγότερο στα κάτω άκρα. Μπορεί να χαρακτηριστεί οξύ ή χρόνιο, πρωτογενές ή δευτερογενές, καλοήθες ή κακόηθες και να ταξινομηθεί σε στάδια.
Ένα λεμφοίδημα καλείται οξύ όταν η διάρκεια εμφάνισης του είναι μικρότερη των 6 μηνών και χρόνιο με διάρκεια άνω των 6 μηνών.
Πρωτογενές ονομάζεται το λεμφοίδημα που οφείλεται σε κάποια εκ γενετής διαταραχή (συγγενή αιτία) όπως για παράδειγμα τα σύνδρομα Non–Milroy (εικ. δεξιά) και Meige, που χαρακτηρίζονται από δυσπλασία του λεμφικού δικτύου.
Δευτερογενές λεμφοίδημα είναι το οίδημα που δημιουργείται μετά από τραυματισμό ( διάστρεμμα ποδοκνημικής) ή μετά από οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση (συρραφή μηνίσκου, αφαίρεση μασχαλιαίων λεμφαδένων, προστατεκτομή).

Στην Ελλάδα τα πιο συχνά δευτερογενή λεμφοιδήματα μετά από αφαίρεση κακοήθη όγκου είναι για τη γυναίκα το λεμφοίδημα στην περιοχή του μαστού, της μασχάλης , του άνω άκρου και μερικές φορές του θώρακα λόγω καρκίνου του μαστού (30% ποσοστό εμφάνισης καρκίνου) (εικ. αριστερά) και στον άνδρα το λεμφοίδημα στα γεννητικά όργανα, την βουβωνική περιοχή, την κοιλιά και μερικές φορές στα κάτω άκρα μετά από καρκίνο στον προστάτη (29% ποσοστό εμφάνισηςκαρκίνου).

Καλοήθες χαρακτηρίζεται το λεμφοίδημα που είναι ανεπηρέαστο το λεμφικό δίκτυο από την παρουσία όγκου ή την εμφάνιση καρκινικών κυττάρων. Από την άλλη κακόηθες ονομάζεται το λεμφοίδημα που εμφανίζεται μετά από φραγμό οποιουδήποτε λεμφικού αγγείου από κάποιο όγκο.
Ακόμη, το λεμφοίδημα ταξινομείται σε τέσσερα στάδια:
Στάδιο 0 ή λανθάνον: δεν παρατηρείται κάποιο ορατό οίδημα (αναστρέψιμο).
Στάδιο I: μαλακό οίδημα που αφήνει εντύπωμα (αναστρέψιμο με απλή ανύψωση του άκρου).
Στάδιο II: σκληρό ινωτικό δέρμα που αλλάζει στην υφή και το χρώμα (μη αναστρέψιμο).
Στάδιο III: λεμφοστατική ελεφαντίαση (πόδι ελέφαντα) (μη αναστρέψιμο).

Εάν το λεμφοίδημα δεν διαχειριστεί όσο το δυνατόν νωρίτερα δηλαδή αμέσως μετά τα πρώιμα σημάδια μπορεί να οδηγήσει στο τελευταίο και χειρότερο στάδιο της λεμφοστατικής ελεφαντίασης. Η μεγάλη ποσότητα υγρού (οιδήματος) που παραμένει για παρατεταμένο χρονικό διάστημα στον ιστό, δημιουργεί έφορο έδαφος για την ανάπτυξη ερυσίπελας.
Ο ερυσίπελας είναι μια οξεία βακτηριακή μόλυνση του δέρματος, η οποία προκαλείται από παράσιτα όπως ο στρεπτόκοκκος ή ο σταφυλόκοκκος και αποτελεί την πιο συχνή επιπλοκή του λεμφοιδήματος. Τα χαρακτηριστικά του συμπτώματα είναι έντονο επώδυνο οίδημα με εμφανή κόκκινα σημάδια, ρίγος, πυρετός, ναυτία, κακουχία και φυσαλίδες. Θεραπεύεται κυρίως με την χρήση αντιβιοτικών ενώ πολλές φορές είναι ιδιαίτερα βοηθητική η ανάρροπη θέση για την ανακούφιση από το πόνο και την μείωση του όγκου του οιδήματος.

Ποια είναι η θεραπεία του λεμφοιδήματος;
Θεραπευτικά, το λεμφοίδημα αντιμετωπίζεται με την εφαρμογή της Ολοκληρωμένης Αποσυμφορητικής Θεραπείας (CDT).